αυτή η ατάκα, μ΄ αυτό το παίξιμο, είναι η πιο ευτυχισμένη στιγμή του κινηματογράφου.
το περιεχόμενο πολύ χειρότερο από την απειλή του επαχθέστερου θανάτου. το απόλυτο τράβηγμα του χαλιού κάτω από τα πόδια του ανθρώπου που δυστυχώς για τον ίδιο, επιβιώνει.
there will be blood
στο ίδιο βάθρο με τον Όρσον Γουέλς και τον Λωρενς Ολίβιε, στις καλύτερες στιγμές τους
τα υπόλοιπα τα αφήνω στους επαίοντες
Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2008
Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2008
egg shell
Η πιο περίεργη οικοδομή, είναι που κρύβεται ανάμεσα από τρεις τοίχους, σε στάση μονοθέσια και εμβρυακή, και προσπαθεί με τα δάκρυα να τους στρογγυλέψει, μέχρι να γίνουν τα δάκρυα ανάλατα, μέχρι να γίνουν οι τρεις τοίχοι κέλυφος, να κλείσει και να ζεσταθεί.
Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2008
ο κήπος με τα δάκρυα
Ανάμεσα στο νοσοκομείο και τη λεωφόρο, σκαλιά, μαδημένη πρασινάδα, παγκάκια, άστεγοι, σκουπίδια, και ένα ξεχασμένο άγαλμα, μια προτομή.
Κηπάριο σκιερό, που διασχίζω συχνά, και κατηφορίζοντας, ό ήλιος απέναντι χλιαρός, διάθεση ευχάριστη. Για να περάσω από κει, δεν είναι για δουλειές και αγγαρείες, δεν είναι αυτός ο συντομότερος δρόμος. Ούτε και το ξύπνημα πρωινό και ζορισμένο. Η διάθεση μου εκ προοιμίου, λοιπόν, καλή.
Εκεί όμως, στα παγκάκια, κρέμονται κάτι μεσημέρια τα δάκρυα των ανθρώπων που έχουν μόλις βγει με ένα χαρτί στα χέρια, από το νοσοκομείο. Μέρα παρά μέρα εφημερία. Και μέρα παρά μέρα δάκρυα. Που στέκονται εκεί στην άκρη, στα παγκάκια. Σιωπηλοί άνθρωποι που σωριάζονται και κοιτούν το κενό. Δεν έχει σημασία τίποτα γι΄ αυτούς. Οι εποχές κυλούν αδιάφορα, τα σκουπίδια είναι ανύπαρκτα, η προτομή αγέλαστο μάρμαρο. Αγέλαστος πέτρα. Και η γη κάτω απ΄τα πόδια τους απότιστη. Μάλλον είναι οι άνθρωποι που έφτασαν ολομόναχοι ως εδώ. Τους άλλους, τους συνοδευόμενους τους ξεχωρίζει κανείς από την πλάνη που τους κρατάει απ΄το χέρι και κάνει κουμάντο στο πάρκιν. Αυτοί ελπίζουν και κοιτάνε τα παπούτσια τους. Οι άνθρωποι των δακρύων του πάρκου είναι αλλιώς. Έχουν ακούσει προσεκτικά το επόμενο ραντεβού με τον γιατρό, την ατζέντα της υπομονής για τον άδειο θάλαμο, την φυλλομέτρησαν, εκεί μέσα, πιο ψηλά, μετά τα σκαλοπάτια. Και κατέβηκαν, ίσως με έναν πλαστικό χυμό από απέναντι, ή μετά από ένα αναμένο κερί στην εκκλησία. Τα βήματα τους τους έφεραν ως εδώ, από μόνα τους.
Και τα δάκρυά τους υδρεύουν αυτό το πάρκο, λειψά. Μόνο στην μπροστινό κομμάτι λίγο γκαζόν, και λουλούδια τα χριστούγεννα και την πρωτομαγιά. Εποχιακά. Και εποχιακά δάκρυα που στέκονται μετέωρα πάνω στα παγκάκια, χωρίς ποτέ να μουτζουρώνουν τα άσπρα χαρτιά. Αυτά που τα ακουμπάνε στα παγκάκια , ή τους κίτρινους μεγάλους φακέλλους με το λίγο μαύρο να προεξέχει, ίσως την πιο κρίσιμη φωτογραφία της ζωής τους, τα ίδια τους τα οστά, περίεργη συντροφιά εκεί δίπλα τους.
Προσπερνάω, κατεβαίνω τα τελευταία σκαλοπάτια, πιο πολύ χώμα παρά σκαλοπάτια, πριν να βγω στη λεωφόρο που ρέει σχεδόν κυκλικά και χαρούμενα.
Εκτός από μετέωρα, τα δάκρυα του κήπου είναι και άηχα.
Κηπάριο σκιερό, που διασχίζω συχνά, και κατηφορίζοντας, ό ήλιος απέναντι χλιαρός, διάθεση ευχάριστη. Για να περάσω από κει, δεν είναι για δουλειές και αγγαρείες, δεν είναι αυτός ο συντομότερος δρόμος. Ούτε και το ξύπνημα πρωινό και ζορισμένο. Η διάθεση μου εκ προοιμίου, λοιπόν, καλή.
Εκεί όμως, στα παγκάκια, κρέμονται κάτι μεσημέρια τα δάκρυα των ανθρώπων που έχουν μόλις βγει με ένα χαρτί στα χέρια, από το νοσοκομείο. Μέρα παρά μέρα εφημερία. Και μέρα παρά μέρα δάκρυα. Που στέκονται εκεί στην άκρη, στα παγκάκια. Σιωπηλοί άνθρωποι που σωριάζονται και κοιτούν το κενό. Δεν έχει σημασία τίποτα γι΄ αυτούς. Οι εποχές κυλούν αδιάφορα, τα σκουπίδια είναι ανύπαρκτα, η προτομή αγέλαστο μάρμαρο. Αγέλαστος πέτρα. Και η γη κάτω απ΄τα πόδια τους απότιστη. Μάλλον είναι οι άνθρωποι που έφτασαν ολομόναχοι ως εδώ. Τους άλλους, τους συνοδευόμενους τους ξεχωρίζει κανείς από την πλάνη που τους κρατάει απ΄το χέρι και κάνει κουμάντο στο πάρκιν. Αυτοί ελπίζουν και κοιτάνε τα παπούτσια τους. Οι άνθρωποι των δακρύων του πάρκου είναι αλλιώς. Έχουν ακούσει προσεκτικά το επόμενο ραντεβού με τον γιατρό, την ατζέντα της υπομονής για τον άδειο θάλαμο, την φυλλομέτρησαν, εκεί μέσα, πιο ψηλά, μετά τα σκαλοπάτια. Και κατέβηκαν, ίσως με έναν πλαστικό χυμό από απέναντι, ή μετά από ένα αναμένο κερί στην εκκλησία. Τα βήματα τους τους έφεραν ως εδώ, από μόνα τους.
Και τα δάκρυά τους υδρεύουν αυτό το πάρκο, λειψά. Μόνο στην μπροστινό κομμάτι λίγο γκαζόν, και λουλούδια τα χριστούγεννα και την πρωτομαγιά. Εποχιακά. Και εποχιακά δάκρυα που στέκονται μετέωρα πάνω στα παγκάκια, χωρίς ποτέ να μουτζουρώνουν τα άσπρα χαρτιά. Αυτά που τα ακουμπάνε στα παγκάκια , ή τους κίτρινους μεγάλους φακέλλους με το λίγο μαύρο να προεξέχει, ίσως την πιο κρίσιμη φωτογραφία της ζωής τους, τα ίδια τους τα οστά, περίεργη συντροφιά εκεί δίπλα τους.
Προσπερνάω, κατεβαίνω τα τελευταία σκαλοπάτια, πιο πολύ χώμα παρά σκαλοπάτια, πριν να βγω στη λεωφόρο που ρέει σχεδόν κυκλικά και χαρούμενα.
Εκτός από μετέωρα, τα δάκρυα του κήπου είναι και άηχα.
Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2008
όσα δεν φέρνει η ώρα
όσα δεν φέρνει η ώρα, τα φέρνει μια στιγμή. μια σφαλιάρα εκ μέρους της α.μ. της καθημερινότητας. που αντί να γράψεις στα παλιά σου τα παπούτσια, χρειάζεται να γράψεις κάπου. στο χαρτί? ένα επι πλέον χαρτί ανάμεσα στα δεκάδες. στην οθόνη? ένα επι πλέον αρχείο που κάποτε δεν θα θυμάμαι ούτε τί τίτλο τούβαλα. υπάρχει ένα blog που άνοιξα και ποτέ δεν μπήκα. μάλλον ήρθε η ώρα του, ή η σφαλιάρα εκ μέρους της καθημερινότητας με ρίχνει εδώ, έτσι όπως δεν θάθελα να πέσω. με απέξω χιόνι, κι από μέσα πάλι χιόνι. με αφορμή μια παλιά ιστορία επαγγελματικής δυσπιστίας, που επανακάμπτει και ζητάει τα ρέστα.
γυρίζω ανάποδα την τσέπη κι ο,τι πέσει, λοιπόν
μπορεί και τίποτα, που να αξίζει να μαζευτεί
μπορεί και ένα μικρό τσαλακωμένο χαρτί, ξεχασμένο
κανείς δεν ξέρει
τί θα φέρει μια στιγμή
γυρίζω ανάποδα την τσέπη κι ο,τι πέσει, λοιπόν
μπορεί και τίποτα, που να αξίζει να μαζευτεί
μπορεί και ένα μικρό τσαλακωμένο χαρτί, ξεχασμένο
κανείς δεν ξέρει
τί θα φέρει μια στιγμή
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)